Για να ακούς μόνο εμένα – Pablo Neruda

Το όμορφο ερωτικό ποίημα “Για να ακούς μόνο εμένα” από τον Pablo Neruda, που γράφτηκε για έναν μεγάλο έρωτα..

Για να ακους μονο εμενα – Παμπλο Νερουντα

Για ν’ ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού…
Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ’ αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας…
Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!..
Από τ’ αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις…
Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει…

Θυμάσαι; – Ερωτικό ποίημα Χρήστος Μπουλώτης

Ο Χρήστος Μπουλώτης γράφει το ερωτικό ποίημα με τίτλο “Θυμάσαι“, ένα πολύ τρυφερό και συγκινητικό ποίημα για ευαίσθητες και ταλαιπωρημένες ψυχές που τις έχει κυριεύσει ο έρωτας…

Θυμάσαι; Χρήστος Μπουλώτης

Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου
ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
ΤΟ  ΘΥΜΑΣΑΙ;
την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο
κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη..
νύχτες ταξιδεύαμε
στον ουρανό..
αστέρι και σταθμός
ΘΥΜΑΣΑΙ;
βρήκες το πιο μακρινό αστέρι
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λέυκα
να μείνουμε για πάντα εκεί
ΘΥΜΑΣΑΙ;
όταν σου έδινα πορτοκάλι
πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα
την πίναμε μισή μισή
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη
να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα
καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
ΘΥΜΑΣΑΙ;
θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;
Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…
κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο
που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι
και μια ζίνα
κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;
και σου μάθα να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;
Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγύ
τον ήλιο
τις αυπνίες
την παλίρροια
το σκούρο μπλε
τα θυμασαι όλα;
Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις
το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο
Θυμάσαι πότε;
Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια
Κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας
ένας και πολλοί μαζί
Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ’ ανταμώναμε ξανά;
Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.
Μια φορά όμως που άργησες
πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις
Έμεινες μακριά
Και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…
Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη
Σε περιμένω…
ΕΛΑ
Θα μετρήσω ώς το δέκα ….

Ερωτικό Κείμενο από την Αλκυόνη Παπαδάκη

Η Αλκυόνη Παπαδάκη είναι μια από τις πιο αγαπημένες συγγραφείς, με κείμενα έρωτα και αγάπης, βαθιών και μεγάλων συναισθημάτων. Μεστή αλλά λυρική όπου πρέπει, με μια ικανότητα να εμβαθύνει στα ανθρώπινα, να βρίσκει την πηγή του συναισθήματος, την πηγή αυτών που μας κάνουν ευτυχισμένους αλλά και δυστυχείς ενίοτε.
Παραθέτουμε ένα ερωτικό κείμενο της Αλκυόνη Παπαδάκη που αγαπάμε πολύ. Για αυτούς που θεωρούν τον έρωτα κινητήριο μοχλό της ζωής τους.

Ερωτικό Κείμενο, Αλκυόνη Παπαδάκη

Ήταν καλά κρυμμένοι ανάμεσα στις πυκνές καλαμιές. Ούτε αστέρια δεν τους έβλεπαν.
Μόνο αν περνούσε κανένα νυχτοπούλι, θα πλήγωνε με τη φτερούγα του την ανάσα του έρωτα τους.
Δεν μιλούσαν. Δεν είχαν να πουν λόγια αγάπης ούτε να δώσουν όρκους αφοσίωσης. Το πάθος μιλάει με την αφή.
Αυτή ανάβει χίλιες πυρκαγιές και κάνει στάχτες τα κορμιά.
Ύστερα, πάνω στις στάχτες και στ’ αποκαΐδια, κάνει βόλτες και σκαλίζει την ψυχή.
Σκαλίζει ήλιους τα μεσάνυχτα και κόκκινα φεγγάρια τα καταμεσήμερα.
Σκαλίζει… κι ονειρεύεται…
Τα μικρά ξεφωνητά το πάθους τους τα ‘παιρνε το αεράκι και τα ‘παιζε ανάμεσα στις καλαμιές.
Τα κάρφωνε σαν πολύχρωμες χάντρες στα κιτρινισμένα φύλλα. Τα ‘δενε δαχτυλίδια και τα φορούσε στα χλωρά καλάμια.
Στα κορμιά τους έκανε αυλάκι ο ιδρώτας κι έτρεχε.
Και γύρω από το αυλάκι άνθιζαν όλα μαζί τ’ αγριολούλουδα της ασφοδελιών.
Πέρα στα σκίνα, δυο μεγάλα γυαλιστερά φίδια ζευγάρωναν πάνω στον ώμο της νύχτας και της άφηναν κόκκινα σημάδια στο λαιμό.
Δυο μεγάλα γυαλιστερά φίδια… γλιστρούσαν στα υγρά κορμιά τους και ερωτεύονταν.
Μέσα στη σιωπή. Μέσα στο σκότος. Μέσα σε μια φοβερή λαβα, που έσταζε από τα γένια του θεού.
Κανείς δεν είχε προσέξει πως στο ρέμα είχαν ανθίσει τα νερόκρινα.
Κανείς δεν είχα προσέξει πως τα σκίνα είχαν γεμίσει όνειρα και φίδια.
Κανείς δεν είχε προσέξει πως ένα ασφοδέλι ήξερε όλα τα μυστικά του ερώτα…
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Οι κάργιες”της Αλκυόνης Παπαδάκη



 

«ΤΟ LAPTOP- Μία Ασυνήθιστη Σχέση» -- Η ιστορία με λίγα λόγια.


Ο Χάρβεϋ Μπέικερ δεν έψαχνε την αγάπη όταν βρέθηκε κατά τύχη σε ένα φόρουμ για fans της αστρολογίας στο ίντερνετ και γνώρισε την Κέιτι Αγγελοπούλου, μια λαμπρή, νέα δικηγόρο και πολύ καλή αστρολόγο. Εκείνη κατασκεύασε τον αστρολογικό του χάρτη και ανακάλυψε ότι οι δυο τους ήταν το τέλειο ζευγάρι. Όταν αυτός ζήτησε να μάθει περισσότερα, τον εξυπηρέτησε και του κέντρισε το ενδιαφέρον. Επικοινωνώντας αποκλειστικά μέσω e-mail και online κλήσεων, τελικά ερωτεύονται. Από την άλλη άκρη του κόσμου, χωρίς να έχουν ιδωθεί, τον πείθει να καταθέσει αίτηση διαζυγίου, γιατί αν και σε διάσταση, είναι ακόμα τυπικά παντρεμένος με τη Νόελ Μάντρες, μία διαβολική, εγωπαθή και πλούσια γυναίκα, που τον παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να τσατίσει τον πατέρα της.
Η Νόελ ποτέ δε χρησιμοποίησε το επίθετό του, ούτε και ενδιαφέρθηκε για προγαμιαίο συμβόλαιο. Ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της σπαταλήθηκε στην πλουσιοπάροχη τελετή του γάμου της. Όταν λοιπόν εκείνος την άφησε πριν τέσσερα χρόνια, για να φροντίσει την άρρωστη αδελφή του, δεν της έλειψε καθόλου. Όταν όμως τελικά γυρίζει σπίτι, ερωτευμένος με μία γυναίκα από το ίντερνετ, η οποία τον ενημέρωσε ότι δικαιούται τη μισή της περιουσία-- και αφού η Νόελ έχει κερδίσει ένα λαχείο 1.000.000 δολαρίων—αρχίζει ένα ατελείωτο κυνηγητό. Από τη μία, η Κέιτι έχει την καρδιά και την ψυχή του, και θέλει περισσότερα. από την άλλη, η Νόελ έχει τη δύναμη και τα χρήματα, και είναι κι οι δύο έτοιμες να παλέψουν για όλα ή τίποτα.
Η ιστορία κορυφώνεται στην Αθήνα της Ελλάδας, όπου οι ισορροπίες στις σχέσεις των τριών δοκιμάζονται, ωθώντας τους σε ακραίες καταστάσεις. Ο φακός της ιστορίας παρακολουθεί στενά αυτήν την κορύφωση, κατά την οποία αγάπη και μίσος περιπλέκονται.
Ένα συναρπαστικό έργο που καταφέρνει να συνδυάσει το απλό και χιουμοριστικό με το βαθύτατα ψυχολογικό και ανθρώπινο.

ΚΑΝΤΕ “LIKE” ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ!

Μαρίνα των βράχων-Οδυσσέας Ελύτης

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου' λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
'Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
'Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΤΕΛΕΙΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ!

To κάλεσμα του εραστή – Ερωτικό Ποίημα του Xαλίλ Γκιμπράν

To κάλεσμα του εραστή είναι ένα ερωτικό ποίημα του Xαλίλ Γκιμπράν. Ο «άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο ευρύ κοινό ο Χαλίλ Γκιμπράν, υπήρξε ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Στο έργο του ” Ο Προφήτης” γράφει για την αγάπη και τον έρωτα.

Που είσαι αγαπημένη;
Μήπως σ’ εκείνο το μικρό παράδεισο,
να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;
Ή μήπως στο δωμάτιό σου,
όπου ο βωμός της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ’ αυτόν προσφέρεις θυσία
την ψυχή και την καρδιά μου;
Ή ανάμεσα στα βιβλία,
γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;
Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;
Είσαι στις καλύβες των φτωχών,
παρηγορώντας τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;
Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού. Είσαι δυνατότερη απ’ τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,
όταν μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι άγγελοι του Έρωτα δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;
Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε μ’ ενωμένα τα χέρια,
σφιχταγκαλιασμένοι σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;
Θυμάσαι την ώρα που σ’ αποχαιρέτησα και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;
Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ’ τη γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ’ ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο το χώμα.
Εκείνος ο στεναγμός μ’ οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.
Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου
κι έλεγες: “Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα
για γήινους σκοπούς και χώρια να ζουν ο κόσμος τ’ αναγκάζει.
Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε εκπρόσωπό της.
Υπάκουσέ την,
γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της την κούπα της γλύκας της ζωής.
Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,
η αγάπη σου θα ‘ναι η παρηγοριά μου.
Κι η θύμησή σου Αιώνιος Γάμος.”
Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ;
Είσαι ξύπνια μέσα στη σιωπή της νύχτας;
Ας σου φέρνει ο καθάριος άνεμος
τους χτύπους της καρδιάς μου κι όλη μου την αγάπη.
Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.
Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου
που καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.
Που είσαι αγαπημένη;
Ακούς το κλάμα μου πέρα απ’ τον ωκεανό;
Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;
Υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα
για να σου φέρει την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου;
Υπάρχει μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου;
Το σκοτάδι της ζωής μ’ έριξε στην αγκαλιά του.
Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα ‘ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο!
Θα με στηρίξει!
Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!

Τα άσπρα Πουλιά, ερωτικό ποίημα του Ουίλιαμ Γέιτς

Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-1939) θεωρείται ένας από τους κορυφαίους αγγλόφωνους ποιητές του 20ού αιώνα. Μέσα από το πολυεπίπεδο έργο του έχει καταφέρει να συνδυάσει το ρεαλισμό με την αγάπη, τον έρωτα και τους μύθους της Ιρλανδίας που είναι η αγαπημένη πατρίδα του ποιητή.
Για πολλούς η ερωτική ποίηση του Γέιτς αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές εκφράσεις του έρωτα, της λατρείας και της αναζήτησης του συντρόφου. Το απόλυτο αντικείμενο ομορφιάς είναι η γυναίκα, η οποία είναι ιερή στα ποιήματα του.


Θά ‘θελα νά ‘μασταν, αγαπημένη μου, άσπρα πουλιά επάνω στον αφρό της θάλασσας!
Τη φλόγα του μετεωρίτη ν’ αποφεύγαμε προτού να ξεθωριάσει και χαθεί,
Κι η φλόγα του γαλάζιου άστρου, του εσπερινού, κρεμάμενη στο χείλος τ’ ουρανού,
Έχει ξυπνήσει στις καρδιές μας, αγαπημένη μου, μια θλίψη που ίσως δε θα σβήσει.
Μια αφύπνιση έρχεται απ’ εκείνους τους ονειροπόλους,  μες στη δροσιά, το κρίνο και το ρόδο,
Ω, μην ονειρεύεσαι, αγαπημένη μου, για κείνους, τη φλόγα του μετεωρίτη που χάνεται,
Ή τη φλόγα τ’ άστρου του γαλάζιου, π’ αργεί να σμίξει με τη δροσιά που πέφτει
Γιατί θα τό’ θελα να μεταμορφωνόμασταν σ’ άσπρα πουλιά επάνω στον περιπλανώμενο αφρό: Εγώ κι εσύ!
Την σκέψη μου σφυροκοπούν αμέτρητα νησιά, και Δαναών ακρογιαλιές πολλές,
Όπου ο Χρόνος σίγουρα θα μας ξεχνούσε, κι η λύπη δε θα μας πλησίαζε άλλο πια.
Σε λίγο μακριά απ’ το ρόδο και το κρίνο δεν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε τις φλόγες.
‘Ασπρα πουλιά να είμασταν, αγαπημένη μου, επάνω στον αφρό της θάλασσας να πλέαμε!

Μιχάλης Γκανάς, Flash-black

Έπεφτε το κορμάκι σου και το 'χτιζα με χάδια
την ώρα που 'σβησε το φως
κι άναψαν τα σκοτάδια

Είδα το μαύρο που 'κρυβες
με σάρκα και με δέρμα
κι ανάμεσα στα δόντια σου το «σ'αγαπώ» σαν κέρμα

Τρόμαξα κι άναψες το φως, η νύχτα έκανε πίσω
σα φίδι που δεν πρόλαβα
καλά να το χτυπήσω

Κι άφησε στο σεντόνι μας
το μαύρο της το ντύμα,
όλο το βράδυ πάσχιζα να κόψω αυτό το νήμα.

Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)

Μιχάλης Γκανάς, Περί ποιήσεως

Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση
κι εγώ που δεν διαβάζω
κινδυνεύουμε.
Εσύ να χάσεις τα ποιήματα
κι εγώ τις αφορμές τους.

Από τη συλλογή Τα μικρά (1969-1999) [2000]